bn:00077860n
Noun Concept
Categories: Εμπόριο
EL
εμπόριο  αγοραπωλησία  εμπορική δραστηριότητα  επάγγελμα  επιτήδευμα
Definitions
Relations
Sources
EL
Με τον όρο εμπόριο εννοούμε την μεταπώληση υλικών αγαθών ή παροχή υπηρεσιών με στόχο την παραγωγή κέρδους. Wikipedia
Greek Open Multilingual WordNet
Wikipedia
Wikidata
Wiktionary
Wikipedia Redirections
WordNet Translations
Wikipedia Translations