Greek
English
Arabic
Chinese
Dutch
French
German
Greek
Hebrew
Hindi
Italian
Japanese
Korean
Polish
Portuguese
Russian
Spanish
more...
Translate into...
English
Arabic
Chinese
Dutch
French
German
Greek
Hebrew
Hindi
Italian
Japanese
Korean
Polish
Portuguese
Russian
Spanish
more...
bn:00016143n
Noun Concept
Categories: Σαρκοφάγα ζώα
EL
σαρκοφάγο  Σαρκοφάγα  σαρκοβόρο  υποχρεωτικά σαρκοφάγο
See more
EL
Ζώο που τρέφεται κυρίως με σάρκες άλλων ζώων Greek Open Multilingual WordNet
Quit
Change View
Definitions
Relations
Sources
Greek
More languages...
English
Arabic
Chinese
Dutch
French
German
Greek
Hebrew
Hindi
Italian
Japanese
Korean
Polish
Portuguese
Russian
Spanish
more...
EL
Ζώο που τρέφεται κυρίως με σάρκες άλλων ζώων Greek Open Multilingual WordNet
Σαρκοφάγος είναι ένας οργανισμός που αποκομίζει τις ενεργειακές και θρεπτικές του ανάγκες από διατροφή που αποτελείται κυρίως ή αποκλειστικά από ζωικό ιστό, είτε μέσω της θήρευσης είτε μέσω της πτωματοφαγίας. Wikipedia
Greek Open Multilingual WordNet
Wikipedia
Wikidata
OmegaWiki
Wikidata Alias