Greek
English
Arabic
Chinese
Dutch
French
German
Greek
Hebrew
Hindi
Italian
Japanese
Korean
Polish
Portuguese
Russian
Spanish
more...
Translate into...
English
Arabic
Chinese
Dutch
French
German
Greek
Hebrew
Hindi
Italian
Japanese
Korean
Polish
Portuguese
Russian
Spanish
more...
bn:00017801n
Noun Concept
EL
επιτετραμμένος  επιτετραμμένο
See more
EL
Οποιασδήποτε βαθμίδας διπλωμάτης, που αντικαθιστά προσωρινά τον πρέσβη όταν απουσιάζει ή λείπει σε διπλωματική αποστολή Greek Open Multilingual WordNet
Quit
Change View
Definitions
Relations
Sources
Greek
More languages...
English
Arabic
Chinese
Dutch
French
German
Greek
Hebrew
Hindi
Italian
Japanese
Korean
Polish
Portuguese
Russian
Spanish
more...
EL
Οποιασδήποτε βαθμίδας διπλωμάτης, που αντικαθιστά προσωρινά τον πρέσβη όταν απουσιάζει ή λείπει σε διπλωματική αποστολή Greek Open Multilingual WordNet
Επικεφαλής διπλωματικής αποστολής όταν δεν υφίσταται υψηλότερου βαθμού αξιωματούχος Wikidata
Greek Open Multilingual WordNet
WordNet Translations