Greek
English
Arabic
Chinese
Dutch
French
German
Greek
Hebrew
Hindi
Italian
Japanese
Korean
Polish
Portuguese
Russian
Spanish
more...
Translate into...
English
Arabic
Chinese
Dutch
French
German
Greek
Hebrew
Hindi
Italian
Japanese
Korean
Polish
Portuguese
Russian
Spanish
more...
bn:00018101n
Noun Concept
Categories: Χημικές ενώσεις
EL
χημική ένωση  χημικές ενώσεις  ένωση
See more
EL
(χημεία) ουσία που σχηματίζεται από την χημική ένωση δύο ή περισσότερων στοιχείων ή συστατικών σε συγκεκριμένη αναλογία ανάλογα με το βάρος τους Greek Open Multilingual WordNet
English:
chemistry
Quit
Change View
Definitions
Relations
Sources
Greek
More languages...
English
Arabic
Chinese
Dutch
French
German
Greek
Hebrew
Hindi
Italian
Japanese
Korean
Polish
Portuguese
Russian
Spanish
more...
EL
(χημεία) ουσία που σχηματίζεται από την χημική ένωση δύο ή περισσότερων στοιχείων ή συστατικών σε συγκεκριμένη αναλογία ανάλογα με το βάρος τους Greek Open Multilingual WordNet
Χημική ένωση είναι κάθε χημική ουσία που αποτελείται από τουλάχιστον δύο χημικά στοιχεία, και που μπορεί να διαχωριστεί σε άλλες απλούστερες χημικές ουσίες μόνο με χημικές αντιδράσεις. Wikipedia
Greek Open Multilingual WordNet
Wiktionary
Wikipedia Redirections
WordNet Translations