Greek
English
Arabic
Chinese
Dutch
French
German
Greek
Hebrew
Hindi
Italian
Japanese
Korean
Polish
Portuguese
Russian
Spanish
more...
Translate into...
English
Arabic
Chinese
Dutch
French
German
Greek
Hebrew
Hindi
Italian
Japanese
Korean
Polish
Portuguese
Russian
Spanish
more...
bn:00020039n
Noun Concept
Categories: Οικονομία του Μεσαίωνα, Συντεχνίες
EL
συντεχνία  λέσχη  social club  επιχρυσώ  ιδιωτική λέσχη
See more
EL
Οργάνωση ατόμων που είναι συνδεδεμένα με κάποια κοινά ενδιαφέροντα ή συμφέροντα και αναπτύσσουν κοινές δραστηριότητες Greek Open Multilingual WordNet
English:
version 2
Quit
Change View
Definitions
Relations
Sources
Greek
More languages...
English
Arabic
Chinese
Dutch
French
German
Greek
Hebrew
Hindi
Italian
Japanese
Korean
Polish
Portuguese
Russian
Spanish
more...
EL
Οργάνωση ατόμων που είναι συνδεδεμένα με κάποια κοινά ενδιαφέροντα ή συμφέροντα και αναπτύσσουν κοινές δραστηριότητες Greek Open Multilingual WordNet
Με τον όρο συντεχνία εννοείται συνεργατικός και συνεταιρικός θεσμός μεταξύ τεχνιτών. Wikipedia
Συνεργατικός και συνεταιρικός θεσμός μεταξύ τεχνιτών ή εμπόρων που ασκούν έλεγχο στην τέχνη τους σε μια πόλη Wikidata