Greek
English
Arabic
Chinese
Dutch
French
German
Greek
Hebrew
Hindi
Italian
Japanese
Korean
Polish
Portuguese
Russian
Spanish
more...
Translate into...
English
Arabic
Chinese
Dutch
French
German
Greek
Hebrew
Hindi
Italian
Japanese
Korean
Polish
Portuguese
Russian
Spanish
more...
bn:00022026n
Noun Concept
Categories: Αστυνομία
EL
αστυνομία  χωροφυλακή  ένοπλης της αστυνομίας  αστυνομικά τμήματα  αστυνομική δύναμη
See more
EL
Το σύνολο όσων υπηρετούν στην αστυνομία, και εκτελούν το έργο της, τα όργανα της τάξεως Greek Open Multilingual WordNet
Quit
Change View
Definitions
Relations
Sources
Greek
More languages...
English
Arabic
Chinese
Dutch
French
German
Greek
Hebrew
Hindi
Italian
Japanese
Korean
Polish
Portuguese
Russian
Spanish
more...
EL
Το σύνολο όσων υπηρετούν στην αστυνομία, και εκτελούν το έργο της, τα όργανα της τάξεως Greek Open Multilingual WordNet
Με τον όρο αστυνομία εννοείται συνήθως η κρατική λειτουργία, με σκοπό την τήρηση της δημόσιας τάξης και την πρόληψη του εγκλήματος. Wikipedia