Greek
English
Arabic
Chinese
Dutch
French
German
Greek
Hebrew
Hindi
Italian
Japanese
Korean
Polish
Portuguese
Russian
Spanish
more...
Translate into...
English
Arabic
Chinese
Dutch
French
German
Greek
Hebrew
Hindi
Italian
Japanese
Korean
Polish
Portuguese
Russian
Spanish
more...
bn:00042833n
Noun Concept
Categories: Εργασία
EL
εργατικό δυναμικό  ανθρώπινοι πόροι  άνδρες  εργαστούν δύναμη
See more
EL
Το σύνολο των διαθέσιμων εργατών Greek Open Multilingual WordNet
Quit
Change View
Definitions
Relations
Sources
Greek
More languages...
English
Arabic
Chinese
Dutch
French
German
Greek
Hebrew
Hindi
Italian
Japanese
Korean
Polish
Portuguese
Russian
Spanish
more...
EL
Το σύνολο των διαθέσιμων εργατών Greek Open Multilingual WordNet
Εργατικό δυναμικό΄ονομάζεται το κομμάτι του πληθυσμού που είτε εργάζεται, στον δημόσιο τομέα ή τον ιδιωτικό, είτε είναι αυτοαπασχολούμενο ή είναι άνεργο και επιθυμεί να εργαστεί. Wikipedia