Greek
English
Arabic
Chinese
Dutch
French
German
Greek
Hebrew
Hindi
Italian
Japanese
Korean
Polish
Portuguese
Russian
Spanish
more...
Translate into...
English
Arabic
Chinese
Dutch
French
German
Greek
Hebrew
Hindi
Italian
Japanese
Korean
Polish
Portuguese
Russian
Spanish
more...
bn:00044268n
Noun Concept
Categories: Ιστορία, Ανθρωπιστικές επιστήμες, Ακαδημαϊκοί κλάδοι, Κλασικές σπουδές
EL
ιστορία  ιστορικά  ιστορική αφήγηση
See more
EL
Η επιστήμη που μελετά τα γεγονότα του παρελθόντος κατά χρονολογική σειρά και σύμφωνα με συγκεκριμένες μεθόδους (ιστορικές μέθοδοι), επιχειρώντας συνήθως την ανάλυση και ερμηνεία τους (την εύρεση των σχέσεων που τα διέπουν) Greek Open Multilingual WordNet
English:
etymology
Quit
Change View
Definitions
Relations
Sources
Greek
More languages...
English
Arabic
Chinese
Dutch
French
German
Greek
Hebrew
Hindi
Italian
Japanese
Korean
Polish
Portuguese
Russian
Spanish
more...
EL
Η επιστήμη που μελετά τα γεγονότα του παρελθόντος κατά χρονολογική σειρά και σύμφωνα με συγκεκριμένες μεθόδους (ιστορικές μέθοδοι), επιχειρώντας συνήθως την ανάλυση και ερμηνεία τους (την εύρεση των σχέσεων που τα διέπουν) Greek Open Multilingual WordNet
Με τον όρο Ιστορία εννοείται η συστηματική μελέτη του παρελθόντος εστιασμένη κυρίως στην ανθρώπινη, δραστηριότητα έως την παρούσα εποχή. Wikipedia
TOPIC'S MAIN WIKIMEDIA PORTAL
WIKIMEDIA OUTLINE
Greek Open Multilingual WordNet
Wikipedia
Wikidata
Wiktionary
WordNet Translations