Greek
English
Arabic
Chinese
Dutch
French
German
Greek
Hebrew
Hindi
Italian
Japanese
Korean
Polish
Portuguese
Russian
Spanish
more...
Translate into...
English
Arabic
Chinese
Dutch
French
German
Greek
Hebrew
Hindi
Italian
Japanese
Korean
Polish
Portuguese
Russian
Spanish
more...
bn:00056479n
Noun Concept
Categories: Μουσικολογία
EL
μουσικολογία  μουσικολογικά  μουσικολογική  μουσικολόγος  μουσικολόγους
See more
EL
Ειδικευμένη επιστήμη, η οποία μελετά τη μουσική και σχετίζεται με τη διδασκαλία της μουσικής σε πανεπιστημιακό επίπεδο Greek Open Multilingual WordNet
Quit
Change View
Definitions
Relations
Sources
Greek
More languages...
English
Arabic
Chinese
Dutch
French
German
Greek
Hebrew
Hindi
Italian
Japanese
Korean
Polish
Portuguese
Russian
Spanish
more...
EL
Ειδικευμένη επιστήμη, η οποία μελετά τη μουσική και σχετίζεται με τη διδασκαλία της μουσικής σε πανεπιστημιακό επίπεδο Greek Open Multilingual WordNet
Μουσικολογία ονομάζεται η θεωρητική και επιστημονική μελέτη της μουσικής. Wikipedia
Γνωστικό αντικείμενο που μελετά πρακτικά και θεωρητικά τη μουσική Wikidata