Greek
English
Arabic
Chinese
Dutch
French
German
Greek
Hebrew
Hindi
Italian
Japanese
Korean
Polish
Portuguese
Russian
Spanish
more...
Translate into...
English
Arabic
Chinese
Dutch
French
German
Greek
Hebrew
Hindi
Italian
Japanese
Korean
Polish
Portuguese
Russian
Spanish
more...
bn:00077270n
Noun Concept
Categories: Χρόνος, Θεμελιώδεις έννοιες της φυσικής, Έννοιες στη μεταφυσική, Χωροχρόνος, Φυσικά μεγέθη
EL
χρόνος  καιρός  χρονικό διάστημα  φορά  ώρα
See more
EL
Η συνεχής εξέλιξη και διαδοχή φαινομένων, καταστάσεων ή ενεργειών· θεμελιώδης έννοια που διαιρείται σε παρόν, παρελθόν και μέλλον, γίνεται καθολικά αντιληπτή από τον άνθρωπο και βρίσκεται σε στενή σχέση με τον χώρο Greek Open Multilingual WordNet
Quit
Change View
Definitions
Relations
Sources
Greek
More languages...
English
Arabic
Chinese
Dutch
French
German
Greek
Hebrew
Hindi
Italian
Japanese
Korean
Polish
Portuguese
Russian
Spanish
more...
EL
Η συνεχής εξέλιξη και διαδοχή φαινομένων, καταστάσεων ή ενεργειών· θεμελιώδης έννοια που διαιρείται σε παρόν, παρελθόν και μέλλον, γίνεται καθολικά αντιληπτή από τον άνθρωπο και βρίσκεται σε στενή σχέση με τον χώρο Greek Open Multilingual WordNet
Ο χρόνος εννοείται "η ακαθόριστη κίνηση της ύπαρξης και των γεγονότων στο παρελθόν, το παρόν, και το μέλλον, θεωρούμενη ως σύνολο". Wikipedia
Γενικός όρος. Wikipedia Disambiguation
Διάσταση στην οποία τα γεγονότα ταξινομούνται από το παρελθόν στο παρόν και μετά στο μέλλον Wikidata