bn:00017181n
Noun Concept
Categories: Αρχαιοελληνική τεχνολογία, Μηχανολογία, Υδραυλικές εγκαταστάσεις, Θέρμανση κατοικίας, Θέρμανση
EL
κεντρική θέρμανση
EL
Σύστημα θέρμανσης στο οποίο αέρας ή νερό θερμαίνεται σε ένα κεντρικό καμίνι και διανέμει σε όλο το κτίριο ζέστη δια μέσου αεραγωγών ή σωλήνων και καλοριφέρ Greek Open Multilingual WordNet
Definitions
Relations
Sources
EL
Σύστημα θέρμανσης στο οποίο αέρας ή νερό θερμαίνεται σε ένα κεντρικό καμίνι και διανέμει σε όλο το κτίριο ζέστη δια μέσου αεραγωγών ή σωλήνων και καλοριφέρ Greek Open Multilingual WordNet
Η κεντρική θέρμανση είναι ένα είδος εγκατάστασης θέρμανσης κτιρίων. Wikipedia
Greek Open Multilingual WordNet
WordNet Translations
Wikipedia Translations